Tilemachos Papadopoulos

Η πρόκα

 

 

 

Ένας κοφτός, ξερός, επαναλαμβανόμενος ήχος αντηχούσε στα στενάκια της μεδίνας, ήχος που δυνάμωνε όσο πλησίαζα στη διασταύρωση. Μόλις έφτασα, στ’ αριστερά, βλέπω ένα ανοιγμένο απ’ το σεισμό σπίτι κι ακριβώς μπροστά του μια παρέα από νεαρούς τουρίστες που παρακολουθούσαν με χαχανητά το γέρο-μάστορα που σκυμμένος, κάτι κοπάναγε με προσήλωση χωρίς να δίνει δεκάρα για τους πιτσιρικάδες πίσω του και τα πειράγματά τους. Έτσι κι αλλιώς ούτε τη γλώσσα τους κατείχε, ούτε νοιαζόταν για τη γνώμη τους.

 

Κανονικά θα είχα συνεχίσει το δρόμο μου, αλλά λίγο ο θόρυβος που μού κέντρισε την περιέργεια, λίγο τα χάχανα, με έκαναν τα κοντοσταθώ και να ρίξω μια κλεφτή ματιά: Ο γερο-Μαροκάνος, είχε ξεχωρίσει από ένα κουτί γεμάτο ολοκαίνουργιες, γυαλιστερές ταβανόπροκες μια θεόστραβη. Την είχε ξαπλώσει πάνω σ’ ένα πλατύ λιθάρι και με αριστοτεχνικό τρόπο της έριχνε μια σφυριά από δω, μια από κει, μια πάνω, μια κάτω, μέχρι που τελικά την έφερε στα ίσα της. Τότε την πήρε στο χέρι, τη σήκωσε στο ύψος τού ματιού του κι αφού διεπίστωσε οτι ήταν απολύτως ίσια, χαμογέλασε ικανοποιημένος, όρθωσε το κορμί του, τέντωσε ψηλά τα χέρια, όσο τού επέτρεπε το μπόι κι η ηλικία του, την κάρφωσε κι έδεσε πάνω της ένα κατακόκκινο ράμμα για να τον βοηθήσει στο ζύγιασμα τού τοίχου που έχτιζε.

 

Ο μάστορας συνέχισε τη δουλειά του κι εγώ πήρα το δρόμο προς το καφενείο της πλατείας που έχω στέκι όποτε βρίσκομαι σε τούτα δω τα μέρη.
Τρεις περίπου ώρες, πέντε τσιγάρα και δυο τσάγια μέντας αργότερα, επιστρέφοντας προς το δωμάτιο που με φιλοξενούσε, ξαναπέρασα από το ίδιο σημείο. Ο γέρος είχε εξαφανιστεί, το ίδιο και η παρέα των πιτσιρικάδων, αλλά η πρόκα, ακόμα καρφωμένη πάνω στον τοίχο, καμάρωνε στο φως του απομεσήμερου, τρισευτυχισμένη που κάποιος της έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία να κάνει κάτι χρήσιμο αντί να την πετάξει στα σκουπίδια.